Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

''Αντιο''


Περπατούσε στην άμμο της παραλίας που βρισκόταν κοντά στο σπίτι της γιαγιάς της. Κρατούσε τα σανδάλια της στο χέρι και ο άνεμος έπαιζε άτακτα με το αέρινο άσπρο φόρεμα που φορούσε και τα ξανθά μαλλιά της που έφταναν ως τη μέση της. Γύρισε το κεφάλι της αριστερά και κοίταξε στιγμιαία τη γαλήνια μπλε θάλασσα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε να περπατάει κατά μήκος της άδειας από κόσμο παραλίας. Επιτάχυνε το βήμα της ώσπου συνειδητοποίησε πως έτρεχε.

     Γιατί έτρεχε; Είχε την ανάγκη να ξεφύγει από όσα τη βασάνιζαν. Εκεί δεν την ενοχλούσε κανείς, δε φοβόταν κανέναν και τίποτα. Άρχισε να επιβραδύνει και να γυρνάει γύρω-γύρω από τον εαυτό της με ανοιχτά τα μάτια μέχρι να ζαλιστεί. Ξεπέρασε κάθε της αντοχή, έπεσε με την πλάτη στην άμμο και άρχισε να γελάει με όλη της την ψυχή.

     Προσπάθησε να ανοίξει τα μάτια της για να καταλάβει αν άρχισε να συνέρχεται από την περίεργη ζάλη. Έκανε μια αργή κίνηση και κάθισε με τα γόνατα λυγισμένα. Οι πρώτες ακτίνες του ηλίου φάνηκαν και έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια της δείχνοντας να το απολαμβάνει. Σηκώθηκε αργά και πάλι, πλησίασε περισσότερο στη θάλασσα και την κοίταξε σαν να ήθελε να της εξομολογηθεί κάτι. Τότε το στόμα της συσπάστηκε.

     «Μου χάρισες το ομορφότερο συναίσθημα που θα μπορούσα να αισθανθώ. Σε έβλεπα και ένιωθα πως είχα καταπιεί πεταλούδες γιατί τις αισθανόμουν να χορεύουν στο στομάχι μου. Τα μάτια μου σε αγκάλιαζαν ζεστά και δεν ήθελαν να σε αφήσουν. Η καρδιά μου λύγισε τα σκληρά της σίδερα για να μπορέσεις να περάσεις. Το χαμόγελό μου γινόταν όσο πιο πλατύ μπορούσε όταν σε αντίκριζα. Μιλούσα μπερδεμένα γιατί στεκόμουν δίπλα σου και η γλώσσα μου δεν υπάκουε τις εντολές του εγκεφάλου για να με βοηθήσει και να πω τα σωστά λόγια. Τώρα όμως μπορώ να σε αφήνω. Και το κάνω. Γιατί εσύ δε μου άφησες άλλη επιλογή. Αποφάσισες εσύ για μένα. Ίσως θεώρησες πως μπορείς να επιβληθείς στις πεταλούδες που ζουν χαρούμενες μέσα μου, στο χαμόγελό μου κάνοντάς το να πάψει να υπάρχει για σένα και στην καρδιά μου που χωρίς να το καταλάβει χτυπούσε πιο δυνατά από ποτέ μόνο για σένα. Τώρα μπορείς να βγεις. Αφήνω το χέρι σου που με κάθε ψυχικό κόστος προσπάθησα να κρατήσω σφιχτά για να μη φύγεις. Βάζω στη θέση τους τα σίδερα λοιπόν. Καλό δρόμο να έχεις».

      Χαμογέλασε νοσταλγικά και άρχισε ξανά να περπατάει.

tofantasma.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου